σαγή

η, ΝΑ
νεοελλ.
το σύνολο τών εξαρτημάτων που τίθενται στα υποζύγια για ίππευση, για ζεύξη ή για φόρτωση
αρχ.
1. το φορτίο τών αποσκευών που ανήκουν σε οδοιπόρο («αὐτόφορτος οἰκείᾳ σαγῇ» — μεταφέροντας ο ίδιος τις αποσκευές του, Αισχύλ.)
2. οδοιπορικός σάκος, δισάκι
3. σκεύη, έπιπλα
4. οπλισμός («καὶ καλλίστῃ σαγῇ διακεκοσμημένος», ΠΔ)
5. σάγμα, σαμάρι
6. καθετί που γεμίζει το σάγμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σάττω «γεμίζω, στοιβάζω» (για το θ. σαγ- βλ. λ. σάττω) + κατάλ. -ή (πρβλ. ταγ-ή)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαγή — pack fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαγή — η σύνολο εξαρτημάτων που τα βάζουν στα υποζύγια προκειμένου να τα φορτώσουν ή να τα ζέψουν ή να τα ιππεύσουν: Σαγή ίππευσης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σαγῇ — σάσσω aor subj pass 3rd sg σάττω fill quite full aor subj pass 3rd sg σαγή pack fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σάγη — σάσσω aor ind pass 3rd sg (homeric ionic) σάττω fill quite full aor ind pass 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαγαῖς — σαγή pack fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαγαί — σαγή pack fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαγέων — σαγή pack fem gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαγήν — σαγή pack fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • SAGMA — Graecis ςάγμα et ςαγὴ, proprie est, quod iumentis onera baiulantibus imponitur, ut mollius et sine sua noxa vehant; distinctum a sella equorum vel aliorum animantium, quibus homo vehitur. Vegetius Rei veterin. l. 2. c. 59. Exceptis his, qui… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • πανσαγία — ἡ, Α η πανοπλία. [ΕΤΥΜΟΛ. < παν * + σάγη / σαγή «φορτίο, οπλισμός» (< σάττω / σάσσω)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.